The Light will stay on . .

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2011

Κύματα..



Κάποιο από τα απογεύματα του καλοκαιριού του 2006 με την γυναίκα και τα δυο τότε παιδιά μας βρεθήκαμε στη θάλασσα της περιοχής μας για ένα ακόμη μπάνιο. Ένα απόγευμα με έντονο αέρα, 26 Ιουλίου ήταν.
Στην παραλία συναντήσαμε ένα φιλικό μας ζευγάρι που προτιμούσε την ξαπλώστρα από την φουρτουνιασμένη αρκετά θάλασσα. Κάποια στιγμή ο φίλος έκανε μια βουτιά για λίγο και επέστρεψε μαζί μας έξω. Ρηχή αρκετά παραλία που μετά από 30 περίπου μέτρα πολύ μικρού βάθους υπάρχει μια ξέρα και από και μετά το βάθος μεγαλώνει απότομα και γίνεται ανοικτό πέλαγος.
Λίγο αργότερα αψηφώντας την θαλασσοταραχή είπα να κολυμπήσω λίγο. Ανέκαθεν αγαπούσα και σεβόμουν την θάλασσα, ίσως να την φοβόμουν και λίγο. Πάντα είχα την πεποίθηση πως αυτή η μικρή φοβία κάποιες στιγμές ήταν απόρροια του σεβασμού απέναντί της.
Πέρασα την ξέρα και βούτηξα στα βαθιά με την πρόθεση να διατηρήσω μια ασφαλή απόσταση από την πολύ φουρτούνα και να μπορώ εύκολα να επιστρέψω προς τα έξω όταν θελήσω. Δεν έκανα ποτέ υπερβολές στο βαθύ γαλάζιο και εκείνη η μέρα δεν ήταν ιδανικού χαρακτήρα για να υπερβώ κανένα από τους κανόνες μου.

Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν διαπίστωσα πως ο κυματισμός μέσα ήταν πολύ μεγαλύτερος από αυτόν που μπορούσα να εκτιμήσω πως ήταν στα μέτρα και τις ικανότητές μου όταν κοιτούσα από την παραλία. Κοιτώντας προς το ανοικτό πέλαγος βρέθηκα σε θέση να βουλιάζω μαζί το κύμα σε ένα βάθος περίπου 2 μέτρων και μπροστά μου να σηκώνεται διπλάσιο ύψος μιας και όταν βρισκόμουν στο κάτω μέρος ήταν 4 τα μέτρα.. γυρνώντας προς την ακτή άρχισα να κολυμπώ για να φτάσω την ξέρα και εκεί διαπίστωσα πόσο πολύ μακριά από την ακτή είχα βρεθεί σε ελάχιστα λεπτά. Με διαρκή προσπάθεια συνειδητοποίησα γρήγορα πως ότι κι αν έκανα ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Η τάση των ρευμάτων ήταν να με τραβούν στην ανοικτή θάλασσα και όχι στηv ακτή.
Πολύς αγώνας για το τίποτα. Σήκωνα το χέρι όταν βρισκόμουν στις κορυφές των κυμάτων με την ελπίδα να με δούν οι δικοί μου από την ακτή και να καταλάβουν, αλλά δεν είχε αντιληφθεί κανείς τίποτα. Από το πουθενά ξαφνικά ένα μεγαλύτερο και αγριεμένο κύμα με έβαλε από κάτω χωρίς να προλάβω να πάρω καν ανάσα καταλήγοντας να περιστρέφομαι μέσα στο νερό αδυνατώντας να κατανοήσω την κατεύθυνση για την επιφάνεια και να προλάβω να κινηθώ προς τα εκεί. Περιστρεφόμουν γρήγορα και δεν προλάβαινα να κινηθώ, μέχρι που δεν είχα άλλη ανάσα και πίνοντας το πρώτο νερό, ευτυχώς με ξέρασε η δίνη στο τελείωμά της επάνω.. Προσπάθησα να διατηρήσω ψυχραιμία και συνειδητοποιώντας την σοβαρότητα της δεινής κατάστασης που βρισκόμουν είπα στον εαυτό μου σκέψου σωστά και γρήγορα γιατί μπορεί να μην ξαναβγείς (μόνος σου) από εδώ μέσα... Έχοντας επαναλαμβανόμενες ανά διαστήματα νέες καταπόσεις και λαρυγγοσπασμούς, αδυναμία με το κεφάλι έξω στον αέρα αλλά την αναπνευστική οδό κλειστή από την προσπάθεια του οργανισμού να αποτρέψει την εισροή υγρού στους πνεύμονες δεν μπορούσα να ανασάνω. Πνιγόμουν. Προσπαθούσα να κινηθώ κολυμπώντας κατά μήκος των κυμάτων και όχι ενάντιά τους πότε προς την μια κατεύθυνση και πότε προς την άλλη, έβλεπα πως δεν θα τα καταφέρω. Φώναζα όταν μπορούσα αλλά η απόσταση και η βοή των κυμάτων δεν άφηναν πιθανότητες να ακουστεί τίποτα στην ακτή. Πνιγόμουν και το ήξερα. Είχα πλέον μετά από συνεχή προσπάθεια και αγωνιώδη ένταση, χάσει μεγάλο μέρος της σωματικής αντοχής, δεν είχα αποθέματα δύναμης, έχανα τη δυνατότητα λογικής σκέψης και μυικής επάρκειας για άλλη αντιπαράθεση με τη θάλασσα και την ανεξάντλητη δύναμή της. Κουράστηκα, φώναξα, προσπάθησα πάνω από τις δυνάμεις που ποτέ δεν φανταζόμουν πως είχα αλλά ...δεν είχα πια τίποτα άλλο... Σταμάτησα να αντιδρώ και δεχόμενος το επακόλουθο είπα μέσα μου, Αυτό ήταν. Ως εδώ ήταν το ταξίδι. Φτάσαμε στο τέλος.. Αφού δεν μπορεί να γίνει τίποτα άλλο όσο και να το θέλω. Δεν αρκεί. Ανώφελα όλα. Περίπου 25 λεπτά υπερπροσπάθειας και δεν κατάφερα όχι μόνο να μικρύνω την απόσταση αλλά μεγάλωσε κιόλας... Ας το αφήσω να συμβεί να τελειώνει το μαρτύριο. Του κύματος σαν τοίχος που έσκαγε πάνω μου να με κατασπαράξει στη γαλάζια και μανιασμένη του αγκαλιά, που θα ήταν και η τελευταία.. Οι άνθρωποι στην ακτή είχαν μικρύνει πολύ, μα μπορούσα να καταλάβω ποιός ήταν στην κάθε θέση εκεί έξω. Δεν μπορούσα ούτε να φωνάξω πιά. Τούς κοίταξα για να τους αποχαιρετήσω και είδα τον πρώτο μου γιό να τρέχει ανέμελος. Έπαιζε.

Δεν ξέρω και δεν θα μάθω ποτέ τι έγινε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Πως η απόλυτη εγκατάλειψη και αποδοχή του γεγονότος πως ανασαίνω το τελευταίο οξυγόνο και περνούν οι ύστατες σκέψεις από το μυαλό μου μετατράπηκαν σε ένα δευτερόλεπτο σε λύσσα! Στην σκέψη πως δε θα σφιχταγκαλιάσω τα αγγελούδια μου ξανά, δεν θα τα δώ να μεγαλώνουν... ήταν σαν να μίσησα τόσο τον εαυτό μου, τη θάλασσα, τα κύματα, τη στιγμή, την αιωνιότητα. Όλα. Όλα. Σαν να έγινα άλλος άνθρωπος πήρα μια όσο πιό μεγάλη ανάσα μπορούσα ανασηκώθηκα ψηλά και χώθηκα κόντρα στο κύμα. Κολυμπώντας με λύσσα, κυριολεκτικά λύσσα, έμεινα σε μια νοητή ευθεία όσο πιό βαθιά μπορούσα με τους μύες στα χέρια και τα πόδια να με καίνε. Κοντεύοντας να σκάσω από από την έλλειψη οξυγόνου κινήθηκα και βγήκα στην επιφάνεια χωρίς να σταματήσω καθόλου να κολυμπώ. Ο γιός μου έτρεχε στην παραλία και εγώ έτρεχα για να ζήσω μαζί του και να μην πνιγώ, να μην πεθάνω εκεί. Όχι εκεί. Όχι τότε.
Βρέθηκα στην ξέρα. Ότι δεν μπόρεσα να κάνω σε μισή περίπου ώρα, το έκανα στη διάρκεια μιας μεγάλης, πολύ μεγάλης ανάσας που δεν είχα ποτέ ξανά ανασάνει. Μιας ανάσας που μου χάρισε τη ζωή εκείνο το απόγευμα. Μου έδωσε την οικογένειά μου πίσω. Με έβγαλε από την φρίκη του να βλέπω το τέλος, να το συνειδητοποιώ στιγμή πρός στιγμή, να ξέρω.. Ένα τροχαίο είναι ξαφνικό, θα με έστελνε μια και έξω ίσως. Αλλά αυτό ήταν άλλο πράγμα. Κόλαση. Δεν ξέρω φυσικά πως είναι η κόλαση μα θα νοιώθεις κάπως έτσι, σαν εκεί.

Βγήκα και σωριάστηκα στην άμμο.. δεν είχα ψυχή ούτε να μιλήσω κάν. Είχα πάθει όλα εκείνα που παθαίνει κάποιος που πνίγεται εκτός από το να πεθάνω τελικά. Ένας τρομερός πονοκέφαλος, αποτέλεσμα της ανοξαιμίας μου είπαν οι γιατροί, μια βλάβη στην καρδιά που δεν θυμάμαι καν πως το είπαν, που ευτυχώς ήταν αυτοιάσιμη μετά από αρκετό καιρό, ένας μήνας μέχρι να υποχωρήσει αυτός ο έντονος πόνος στο κεφάλι αλλά όλα καλά.. αγκάλιασα το παιδί μου που φυσικά δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε την ανεξήγητη σφιχτή αγαλιά ούτε το κλάμα μου...

Τη θάλασσα τη λατρεύω ακόμα. Την φοβάμαι περισσότερο και την σέβομαι επίσης. Χωρίς να της έχω μιλήσει ποτέ της τα έχω πεί όλα. Τα Πάντα. Ξέρω πως όταν την κοιτάζω και με τα μάτια μου αφήνω τις σκέψεις μου στον αφρό ή στα έγκατά της εκείνη ακούει. Ξέρω επίσης πως με άφησε εκείνη την ημέρα να φύγω. Το ξέρω.Ίσως στιγμιαία να με μίσησε όσο κι εγώ.
Κάθε φορά που βλέπω κύματα μεγάλα γυρνάω εκεί μέσα. Ανάμεσά τους.

Έτσι και σήμερα που είδα το τσουνάμι που δεν μίσησε καμιά ψυχή που αγκάλιασε και πήρε μαζί του.

Τις αγάπησε. Όλες... και δεν τους δόθηκε μια ανάσα σήμερα σαν τη δική μου...

...

._

._

Εξέχουν από το πάτωμα. (Θα τσακιστεί κανείς και άντε να τον μαζέψεις μετά...)

memories..

memories..